φιλοτάραχος

φιλοτάραχος
η , ο [ος , ον ] неугомонный, беспокойный; мятежный (высок.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "φιλοτάραχος" в других словарях:

  • φιλοτάραχος — tumultuous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοτάραχος — η, ο / φιλοτάραχος, ον, ΝΑ αυτός που τού αρέσουν οι ταραχές νεοελλ. αυτός που προκαλεί ταραχές, ταραχοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + τάραχος (< ταραχή), πρβλ. πολυ τάραχος] …   Dictionary of Greek

  • φιλοταραχώτατον — φιλοτάραχος tumultuous masc acc superl sg φιλοτάραχος tumultuous neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοτάραχον — φιλοτάραχος tumultuous masc/fem acc sg φιλοτάραχος tumultuous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοτάραχοι — φιλοτάραχος tumultuous masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αττικός — I Όνομα ιστορικών προσώπων, Ελλήνων και Ρωμαίων, στους ρωμαϊκούς χρόνους. 1. Ηρώδης (βλ. λ. Ηρώδης ο Αττικός). 2. Τίτος Πομπώνιος Α. (Ρώμη 109 32 π.Χ.). Καταγόταν από οικογένεια που καταγόταν απο τον βασιλιά της αρχαίας Ρώμης Νουμά Πομπίλιον.… …   Dictionary of Greek

  • φιλ(ο)- — ΝΜΑ α συνθετικό μεγάλου αριθμού ονομάτων, καθώς και ελάχιστων ρημάτων (που θα έπρεπε πιθ. να θεωρηθούν ως μετονοματικά παρ. αμάρτυρων τ.) όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο επίθ. φίλος. Τα σύνθ. με φιλ(ο) ανήκουν στην… …   Dictionary of Greek

  • φιλοταράχωι — φιλοταράχῳ , φιλοτάραχος tumultuous masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»